Next Page »

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΩΝ ΤΩΝ Η.Π.Α ΚΑΙ ΚΑΝΑ∆Α ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝ∆ΙΑΣ ΤΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑ∆ΑΣ

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η μνήμη μένει άσβεστη, όταν οι νεότεροι θυμούνται και ευγνωμονούν τους παλιότερους. Και οι δικοί μας παλιότεροι είναι όσοι στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου άφησαν με πόνο ψυχής την ιδιαίτερη πατρίδα, τη ΡΟΥΜΕΛΗ και εγκαταστάθηκαν στην Αμερική και τον Καναδά με τη λαχτάρα της εργασίας, της προόδου και της προσφοράς.

Τότε στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα στη Ρούμελη, επικρατούσαν αβάσταχτες συνθήκες φτώχειας και εξαθλίωσης. Οι πολιτικές εντάσεις, οι πόλεμοι, η ανύπαρκτη συνδρομή του κράτους, το άγονο των εδαφών και η παντελής έλλειψη καλλιεργητικών μηχανημάτων ήταν μερικοί από τους παράγοντες που καθιστούσαν την πρόοδο και την ανάπτυξη στη Ρούμελη αδύνατη και το μέλλον των κατοίκων της αβέβαιο και σκοτεινό.

Τότε, αρκετοί από τους συμπατριώτες μας εκείνους, που δεν μπορούσαν να ζουν στη φτώχεια και τη μιζέρια, μέσα σε μια βαριά οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση, απεδέχθησαν το μήνυμα της ξενιτιάς και αποφάσισαν να αφήσουν τον τόπο τους και τους συγγενείς τους, και να εγκατασταθούν στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Αμερική, που έδινε περισσότερες ελπίδες για ένα καλλίτερο μέλλον.

Η απόφαση της ξενιτιάς δεν ήταν κάτι εύκολο και χωρίς θλίψη και πόνο. Οι άνθρωποι άφηναν το γνωστό, το φιλικό και γνώριμο και πήγαιναν στο άγνωστο, που προκαλούσε φόβο. Άφηναν τη γη τους και τους φίλους τους, τους γονείς τους και όλα όσα λέει η λέξη «ιδιαίτερη πατρίδα» και πήγαιναν στα ξένα, χωρίς γλώσσα, χωρίς μόρφωση , χωρίς τέχνη, χωρίς προσόντα.

Το όνειρο της ευτυχέστερης ζωής και της προσφοράς νίκησε το δισταγμό και το φόβο και οι πρώτοι συμπατριώτες μας πήραν το δρόμο της ξενιτιάς, κρατώντας στα χέρια τους λίγο χώμα ελληνικό, μια εικόνα, λίγα χρήματα για το ταξίδι και στην καρδιά τους την ευχή των γονέων και των φίλων.

Β. ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ.

Χιλιάδες Ρουμελιώτες άφησαν τότε την πατρίδα και ύστερα από ένα πολυήμερο και κοπιαστικό ταξίδι, με το καράβι της γραμμής, έφτασαν στη γη των ονείρων τους, τη Βόρεια Αμερική.

Εγκαταστάθηκαν σε διάφορες πόλεις και δούλεψαν σκληρά για την επιτυχία τριών σκοπών: Την απόκτηση χρημάτων με σκληρή δουλειά και αρκετή οικονομία. Την προσφορά χρημάτων στους γονείς ,τους αδελφούς και τις αδελφές και τους λοιπούς συγγενείς που ζούσαν στην πατρίδα και είχαν ανάγκη. Τη δημιουργία μιας ευρύτερης «κοινωνικής συνείδησης δεσμών και καταγωγής», μιας ευρύτερης ρουμελιώτικης οικογένειας του εξωτερικού, μιας Ρουμελιώτικης Ομοσπονδίας των Η.Π.Α. και του Καναδά. Και τους τρεις αυτούς σκοπούς τους πέτυχαν οι πρωτοπόροι εκείνοι συμπατριώτες μας, που δίκαια μπορούμε να τους ονομάσουμε «ήρωες των πρώτων χρόνων της ξενιτιάς». Με τη δική τους συνδρομή και παρουσία, οι ξενιτεμένοι ρουμελιώτες των πρώτων χρόνων δεν χάθηκαν και δεν αφομοιώθηκαν, αλλά διατήρησαν τη γλώσσα, τη φιλία, το πνεύμα της φιλοξενίας και

της συγγένειας, τους πατριωτικούς δεσμούς, τα ήθη και τα έθιμα, την οικογένεια και την εκκλησία. Αυτοί ήταν εκείνοι, που θεμελίωσαν γερά το ομαδικό ρουμελιώτικο πνεύμα και οδήγησαν τους μεταγενέστερους στην ίδρυση και στο έργο της Ο.Σ.Ε.Α.Κ.

Η ζωή των πρωτοπόρων στα χρόνια της ξενιτιάς ήταν δύσκολη υπόθεση. Οι συνθήκες απάνθρωπες. Οι ώρες εργασίας πολλές. Τα χρήματα λίγα. Ξεκίνησαν από το μηδέν, από το τίποτα και έπρεπε να εξασφαλίσουν διαμονή, να βρουν δουλειά, να αντιμετωπίσουν τα καθημερινά έξοδα επιβίωσης, να μάθουν κάποιες λέξεις αγγλικές για μια υποτυπώδη συνεννόηση, να βρουν συμπατριώτες για να μάθουν νέα από τη πατρίδα, να κουβεντιάσουν και να μοιραστούν μαζί τους τη μοναξιά και τα βάσανά τους.

Έχει δίκιο ο λαϊκός τραγουδιστής που λέει:

Την ξενιτιά, την ορφανιά, την πίκρα, την αγάπη τα τέσσερα τα ζύγιασαν, βαρύτερ’ είν’ τα ξένα. Η ζωή των πρώτων μεταναστών συνδέθηκε με δυο δυνατά συναισθήματα: Από τη μια μεριά δούλευε ο πόθος της επιστροφής στον τόπο της γέννησης. Όσοι ζούσαν έντονα αυτό το συναίσθημα ότι «η ξένη γη δεν αγαπάει και δεν αγαπιέται», δεν άντεξαν και γρήγορα επέστρεψαν. Από την άλλη όμως μεριά δούλευε και διαρκώς μεγάλωνε ο πόθος να ριζώσει κανείς σε κάτι καλύτερο, που έδινε δυνατότητες για αξιοποίηση των ανθρώπινων δυνάμεων. Όσοι βίωναν τη λαχτάρα να ριζώσουν κάπου και να προοδεύσουν, έμειναν και τα κατάφεραν. Κι αυτοί ήσαν οι περισσότεροι. Ήταν όλοι εκείνοι, που με κόπο και μόχθο αγόρασαν μαγαζιά, κέρδισαν χρήματα, έκτισαν εκκλησιές και σχολεία, ίδρυσαν συλλόγους και κέρδισαν τη συμπάθεια και το θαυμασμό των Αμερικανών.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι, οι πρωτοπόροι, στα πρώτα τους βήματα, έριξαν το βάρος του ενδιαφέροντός τους στο προσωπικό επίπεδο της ζωής. Βελτίωσαν το βιοτικό τους επίπεδο, ενδιαφέρθηκαν για τη μόρφωση και την επαγγελματική αποκατάσταση των παιδιών τους, αλλά ελάχιστο χρόνο διέθεταν σε κοινωνικές και συμμετοχικές δραστηριότητες για τη βελτίωση της γειτονιάς και της πόλης στην οποία ζούσαν. Για το λόγο αυτό, οι αμερικανοί δεν τους συμπαθούσαν και πολύ. Τότε τους έλληνες δεν τους είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Αργότερα, αυτό διορθώθηκε. Σταδιακά και οι έλληνες άρχισαν να συμμετέχουν σε κοινές δραστηριότητες, να ενστερνίζονται το πνεύμα του εθελοντισμού και της φιλανθρωπίας, να γίνονται μέλη μεγάλων συλλόγων και να προσφέρουν στήριξη σε κόμματα και πολιτικές προσωπικότητες.